Η Γαλοπούλα και η ιστορία της

Βραστή ή παραγεμισμένη ψητή στο φούρνο, η γαλοπούλα αποτελεί το βασικό πιάτο στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι των Ευρωπαίων. Για τους Βορειοαμερικάνους είναι το κυρίαρχο έδεσμα της «Ημέρας των Ευχαριστιών».

Η γαλοπούλα κατάγεται από την Κεντρική Αμερική. Στην Ευρώπη το ορνιθόμορφο αυτό πτηνό εγκλιματίστηκε τον 16ο αιώνα, οπότε σταδιακά άρχισε να εκτρέφεται για το ιδιαίτερο χρωματιστό φτέρωμά του και ως εκλεκτή τροφή για τραπέζι των ανώτερων τάξεων. Από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα η εκτροφή του στράφηκε αποκλειστικά για την παραγωγή κρέατος, που είναι χαμηλό σε λιπαρά, χαμηλότερα ακόμη και από του κοτόπουλου.

Το… Πουλί των Ινδιών ή Τούρκικος Κόκορας

Η γαλοπούλα αρχικά ζούσε σε άγρια μορφή και εξημερώθηκε πιθανόν στο Μεξικό από τους Αζτέκους. Οι πρώτοι Ευρωπαίοι που την αντίκρισαν ήταν οι Ισπανοί κονκισταδόρες το 1500, οι οποίοι την ονόμασαν «Πουλί των Ινδιών», καθώς είχαν την ψευδαίσθηση ότι βρίσκονταν στην Ινδία. Το 1519 την έφεραν πίσω στην πατρίδα τους.

Όταν το πτηνό έγινε ευρύτερα γνωστό στην Αγγλία το 1541, πήρε την ονομασία turkey cock (τούρκικος κόκορας), που αποδιδόταν σε παρόμοια πουλιά ανατολικής («τουρκικής») προέλευσης. Οι Άγγλοι άποικοι εισήγαγαν κατόπιν τις αγγλικές φυλές γαλοπούλας στην ανατολική Βόρεια Αμερική τον 17ο αιώνα.

Η κατανάλωσή της στο ευρωπαϊκό χριστουγεννιάτικο τραπέζι καθιερώθηκε από τις αρχές του 19ου αιώνα. Αντικατέστησε τη χήνα, την πάπια, αλλά και τον κύκνο, που αποτελούσαν αγαπημένες γαστριμαργικές επιλογές των Ισπανών, των Άγγλων και των Γάλλων για τη ημέρα των Χριστουγέννων.

Η γαλοπούλα στην Ελλάδα

Στον ελληνικό χώρο συναντάμε τη γαλοπούλα και με τα ονόματα ινδιάνος, διάνος, γάλλος (ιταλιστί gallο, απ’ όπου ετυμολογείται) και κούρκος. Ήταν γνωστή ως εκλεκτό γεύμα στην ενετοκρατούμενη Κρήτη τον 16ο αιώνα και την Κύπρο. Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα βρισκόταν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι πλούσιων αστών της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, της Αθήνας, των Επτανήσων και της Κύπρου, δηλαδή περιοχών που είχαν επαφές με τη Δύση.

Σχετική είναι η αναφορά του σατιρικού ποιητή και πεζογράφου Ανδρέα Λασκαράτου στο διήγημά του «Η ιστορία ενός γαλόπουλου» (1880), όπου σημειώνει ότι τα αρχοντικά σπίτια έτρεφαν ή αγόραζαν γάλους. Ο πολύς λαός συνήθιζε να καταναλώνει και τα κατοπινά χρόνια στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι βραστή κότα ή κόκορα και στα χωριά χοιρινό κρέας (Χοιροσφάγια).

Τον Νοέμβριο του 1965 έκανε την εμφάνισή της – πρώτα στη Θεσσαλονίκη – η λευκή γαλοπούλα, μέσω της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής (ΑΓΣ). Την πρωτογεύτηκε η υψηλή κοινωνία της συμπρωτεύουσας στην ιστορική ταβέρνα του «Κρικέλα». Πρόκειται για ένα εισαγόμενο από τις ΗΠΑ υβριδικό είδος γαλοπούλας, που παράγει περισσότερο κρέας και είναι πλούσια σε Ωμέγα 3 λιπαρά, που έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλουν στην καλή καρδιαγγειακή υγεία. Οι γαλοπούλες που εκτρέφονταν έως τότε στην ελληνική ύπαιθρο ήταν οι λεγόμενες «μαύρες».

Ενδεικτικό περιστατικό της αποδοχής της λευκής γαλοπούλας από το καταναλωτικό κοινό ήταν το περιστατικό που έλαβε χώρα τα Χριστούγεννα του 1998, όταν εκλάπη στον Πειραιά ένα φορτηγό με 1306 γαλοπούλες που θα ήταν το δώρο της εταιρείας «Παπαστράτος» στους εργαζομένους της. Τρεις ημέρες αργότερα, το κλεμμένο φορτηγό εντοπίστηκε εγκαταλελειμμένο με όλες τις γαλοπούλες στον Ασπρόπυργο. Οι κλέφτες ήθελαν μεν τις γαλοπούλες, αλλά δεν κατάφεραν να τις πουλήσουν, διότι ήταν ήδη συσκευασμένες με το λογότυπο της ΑΓΣ.

 

SanSimera.gr