Ο διαβόητος λήσταρχος Γιαγκούλας που έγινε ο φόβος κι ο τρόμος του Ολύμπου

Η ιστορία του ανθρώπου που δρούσε ανενόχλητος στις πλαγιές του βουνού και τελικά δολοφονήθηκε από χωροφύλακες, με το κεφάλι του να εκτίθεται για μέρες έξω από το δικαστήριο προς παραδειγματισμό των υπόλοιπων εγκληματιών της εποχής.

Βρισκόμαστε στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 1925. Ο Φώτης Γιαγκούλας, ο ξακουστός λήσταρχος του Ολύμπου, απαγάγει μαζί με τη συμμορία του δυο ξαδέρφια, έναν 12χρονο μαθητή και έναν πρωτοετή φοιτητή ιατρικής, και τους οδηγεί στο κρησφύγετό του που βρίσκεται ψηλά στις απόκρημνες πλαγιές του βουνού. Η λεία που ζητά από τους προύχοντες γονείς των παιδιών για να τα αφήσει ελεύθερα φτάνει τις 3 εκατομμύρια δραχμές.

Το σχέδιο, όμως, δεν πηγαίνει καλά. Οι χωροφύλακες καταφέρνουν με κάποιον τρόπο να βρουν το μέρος στο οποίο φυλά τα δύο παιδιά η συμμορία. Αδιέξοδος δεν υπάρχει. Ο λήσταρχος Γιαγκούλας πρέπει να μείνει στο σημείο μαζί με τη συμμορία του και να πολεμήσει τους 27 αστυνομικούς που έχουν φτάσει με μόνο σκοπό να τον σκοτώσουν.

Ήταν τόσες οι αποδράσεις και τα κάζα που τους είχε κάνει ο κακοποιός κατά τη διάρκεια της «καριέρας» του, που μια και μόνο σύλληψη δεν τους έλεγε τίποτα.

Το χρονικό της δολοφονίας του λήσταρχου Γιαγκούλα


Οι πυροβολισμοί μεταξύ των δύο πλευρών δίνουν και παίρνουν για περισσότερες από οκτώ ώρες. Κατά τη διάρκεια της μάχης, τα δύο παιδιά προσπαθούν να αποδράσουν. Ο μεγαλύτερος τα καταφέρνει, ωστόσο, ο 12χρονος μαθητής στέκεται άτυχος, καθώς οι σφαίρες των ληστών τον πετυχαίνουν κατάκαρδα και πεθαίνει επί τόπου. Ο θάνατός του δεν δείχνει να τους θορυβεί. Ο στόχος τους είναι να ξεμπλέξουν από την πολύ δύσκολη θέση στην οποία έχουν βρεθεί.

Σηκώνοντας τις διόπτρες των όπλων τους προς τους χωροφύλακες, εντοπίζουν τον καταδότη, ο οποίος δεν είναι κάποιος ξένος αλλά ένα μέλος της συμμορίας που γνώριζε τα λημέρια. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα των εφημερίδων εκείνων της εποχής, το πόσο για το οποίο είχε επικηρυχθεί ο Γιαγκούλας και έφτανε τις 600 χιλιάδες δραχμές ήταν αυτό που τον έκανε να γλυκαθεί και να αποκαλύψει τα μυστικά του.

«Πώς γίνεται να μας πρόδωσαν αυτοί (οι γονείς των παιδιών), τη στιγμή που κανείς δεν γνωρίζει σε ποια περιοχή του Ολύμπου βρισκόμεθα; Αλλά ακόμη κι αν εγνώριζαν, θα ήτο αδύνατον να μας τους φέρουν μέσα στο λημέρι μας. Ο προδότης είναι άνθρωπος απ’ εδώ μέσα, και είναι ο δικός σου ο φίλος που δεν με άφησες να του πάρω το κεφάλι. Μόνο αυτός ήξερε ότι είμαστε εδώ. Μονάχα να γλιτώσω από δω» φωνάζει ο λήσταρχος σ’ ένα μέλος της συμμορίας.

Καθ’ όλη τη διάρκεια των πυροβολισμών, οι χωροφύλακες του ζητούν να παραδοθεί καθώς κρατούν χειροβομβίδες. Εκείνος αρνείται να το κάνει. «Δεν γεννήθηκε ακόμα εκείνος που θα μπορέσει να με συλλάβει ζωντανό. Ρίξτε τες. Αλλά κοιτάξτε να μη σκοτωθείτε αναμεταξύ σας, γιατί τα χέρια σας ετούτη την ώρα τρέμουν» συνεχίζει. Οι ώρες περνούν και κάπου εκεί ο Γιαγκούλας κάνει το μοιραίο λάθος. «Παιδιά, δεν μου έχει μείνει άλλη υπομονή. Θα σηκωθώ όρθιος».

Ορθώνει το ανάστημά του, πυροβολεί δύο χωροφύλακες αλλά πυροβολείται και εκείνος. Δέχεται δύο σφαίρες στα πλευρά και μία, τη χαριστική, στην καρδιά. «Παιδιά, την έφαγα. Σας χαιρετάω». Κάνει δυο βήματα και πέφτει στο έδαφος. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα είναι νεκρός. Ο μεγαλύτερος λήσταρχος του Ολύμπου δε ζει πια. Οι σύντροφοί του απογοητεύονται και λίγη ώρα αργότερα σκοτώνονται και εκείνοι. Τα όπλα σιγούν στις πλαγιές του βουνού.

Ο «αόρατος» κακοποιός και η έκθεση του κεφαλιού του έξω από το δικαστήριο

Ο Φώτης Γιαγκούλας γεννήθηκε περί τα τέλη του 1800 στο χωριό Μεταξάς της Κοζάνης. Από μικρή ηλικία ήταν αντιδραστικός. Κατά την εφηβεία του κατηγορήθηκε για ζωοκλοπή και, παρόλο που σύμφωνα με μαρτυρίες δεν ήταν αυτός ο δράστης, οδηγήθηκε στη φυλακή. Ύστερα από την αποφυλάκισή του μεταφέρθηκε στην περιοχή του Ολύμπου, όπου και ξεκίνησε την εγκληματική του δράση, η οποία περιλάμβανε ληστείες, δολοφονίες, απαγωγές και εκβιασμούς.

Οι αρχές τον είχαν συλλάβει αρκετές φορές, ωστόσο, ο λήσταρχος κατάφερνε να ξεφεύγει. Ο ίδιος, μάλιστα, μεταμφιεζόταν όσο ήταν καταζητούμενος και γινόταν εριστικός με τους χωροφύλακες που δεν μπορούσαν να τον πιάσουν. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, ένα βράδυ καθόταν σε ένα τραπέζι δίπλα στους αστυνομικούς και άκουγε όσα έλεγαν για εκείνον.

Όταν έφυγε από το μαγαζί άφησε ένα γράμμα κάτω από το τραπέζι, σημειώνοντας πόσο κουτοί είναι που δεν μπόρεσαν να τον καταλάβουν. Μόλις το πήραν είδηση οι χωροφύλακες εξαγριώθηκαν και σήκωσαν γη και ουρανό για να τον εντοπίσουν. Μάταια, όμως.

Ο Γιαγκούλας είχε ήδη προλάβει να κρυφτεί στις σκοτεινές πλαγιές του Ολύμπου. Δεν ήταν, όμως, μόνο η ευφυΐα του που τον έκανε αόρατο. Κατά τις μαρτυρίες, ο λήσταρχος συνήθισε να δίνει μέρος των κλοπιμαίων σε ντόπιους που τον είχαν βοηθήσει στο παρελθόν για να κρατούν το στόμα τους κλειστό.

Μόνο που η προδοσία ήρθε μέσα από το ίδιο του το σινάφι. Μετά τη δολοφονία και την περισυλλογή των πτωμάτων, οι χωροφύλακες ως εκδίκηση έκοψαν το κεφάλι του Γιαγκούλα και των άλλων κακοποιών και τα εξέθεσαν έξω από το δικαστήριο, προς «παραδειγματισμό των υπόλοιπων κακοποιών». Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και παραδόθηκαν σε ιατροδικαστές.

Τα κεφάλια τους κόπηκαν προκειμένου να εξεταστούν οι εγκέφαλοι τους και να συνταχθεί ένα ψυχολογικό προφίλ που θα δικαιολογούσε τις πράξεις τους. Έπειτα τα κρανία συναρμολογήθηκαν και οδηγήθηκαν στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΕΚΠΑ όπου εκτίθενται μέχρι σήμερα.

 

oneman.gr