Κατάδικος έδινε οδηγίες από το κελί μέσω βιντεοκλήσης για διάπραξη εγκλήματος

Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε διάταγμα εντάλματος έρευνας οικίας γιατί, μεταξύ άλλων, ήταν ανοικτής χρονικής διάρκειας και δίδεται άδεια για την καταχώριση Αιτήσεως δια κλήσεως, προς το σκοπό έκδοσης Εντάλματος Certiorari σε σχέση με το συγκεκριμένο ένταλμα. Στην απόφαση του Ανωτάτου γίνεται αναφορά σε ένορκη δήλωση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστή για σκοπούς εξασφάλισης του εντάλματος έρευνας. Σε αυτή καταγράφονται πληροφορίες «υψηλής αξιοπιστίας» για συνομιλία υπόπτου, ο οποίος είναι κατάδικος των Κεντρικών Φυλακών και ο οποίος φέρεται να συνομιλούσε, ενώ βρίσκονταν στο κελί του, με άλλο ύποπτο πρόσωπο εκτός Φυλακών μέσω βιντεοκλήσης. Στη συνομιλία που καταγράφεται στην απόφαση, ο ύποπτος φέρεται να δίνει από το κελί οδηγίες στον συνομιλητή του για διάπραξη εγκληματικής ενέργειας.

Μεταξύ άλλων, στην απόφαση αναφέρεται ότι το Κατώτερο Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας και/ή εξουσίας να εκδώσει το επίδικο Ένταλμα Έρευνας, δεδομένου ότι τα στοιχεία της Ένορκης Δήλωσης που τέθηκαν ενώπιον του δεν ήταν ικανά για τη δημιουργία εύλογης υποψίας που απαιτείται ως προϋπόθεση για την έκδοσή του.

Αναφέρει ακόμη ότι το προσβαλλόμενο Ένταλμα Έρευνας πάσχει από έκδηλη πλάνη νόμου και/ή προφανή υπέρβαση δικαιοδοσίας, λαμβανομένου ότι δεν αναφέρονται στον Όρκο, στη βάση του οποίου εξασφαλίστηκε, τα γεγονότα που έλαβε η Αστυνομία και ούτε αποκαλύπτεται η πηγή πληροφόρησης των πληροφοριών της Αστυνομίας.

Επίσης το Ανώτατο αναφέρει στην απόφασή του ότι το Κατώτερο Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας ή εξουσίας να εκδώσει το επίδικο Διάταγμα, δεδομένου ότι δεν είχε τεθεί μαρτυρία ενώπιον του ικανή να εξαγάγει συμπέρασμα ότι εύλογα πιστεύεται ότι βρίσκονταν αντικείμενα στην οικία και στα αυτοκίνητα του Αιτητή, σχετιζόμενα με τα υπό διερεύνηση αδικήματα.

Αναφέρει επιπρόσθετα ότι δεν υπήρχε καμία αναφορά στη μαρτυρία που να δημιουργεί την εύλογη αιτία που να εμπλέκει τα υποστατικά με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. “Το επίδικο Ένταλμα Έρευνας εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της αναγκαιότητας και αναλογικότητας αφού η «πληροφορία» ήταν εις γνώση της Αστυνομίας στις 31/1/2024 και προωθήθηκε μετά από 20 ώρες. Περαιτέρω, το επίδικο Ένταλμα εκδόθηκε κατά παράβαση των Άρθρων 15 και 16 του Συντάγματος”, σημειώνεται.

Το Ανώτατο εξηγεί ότι το επίδικο Ένταλμα εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας και της αρχής της αναλογικότητας, εφόσον ζητήθηκε και δόθηκε η γενική έρευνα στην οικία του Αιτητή σε οποιαδήποτε ώρα, χωρίς να τίθεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρονική περίοδος.

Το Κατώτερο Δικαστήριο, αναφέρεται στην απόφαση, καθ’ υπέρβαση των Άρθρων 15 και 16 του Συντάγματος εξέδωσε το επίδικο Ένταλμα χωρίς να λάβει υπόψη ότι επρόκειτο για οικία του Αιτητή και εξουσιοδότησε την Αστυνομία να εκτελέσει το Ένταλμα στις 3.00 το πρωί.

Εξηγεί επίσης πως το Κατώτερο Δικαστήριο δεν προέβη το ίδιο σε διαπίστωση ότι ικανοποιήθηκε από την ενώπιον του μαρτυρία ότι δικαιολογείτο η έκδοση του Εντάλματος Έρευνας και ότι εκδίδοντας το επίδικο Ένταλμα παραβίασε τα Άρθρα 15 και 16 του Συντάγματος και το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ που ορίζουν αυστηρές προϋποθέσεις επέμβασης στην ιδιωτική ζωή και στην οικία ενός αιτητή και της οικογένειάς του.

Όπως αναφέρεται, Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εξέδωσε Ένταλμα Έρευνας της οικίας, των υποστατικών και οχημάτων του Αιτητή, επί τη βάσει εύλογης υποψίας ότι σε αυτά παράνομα αποκρύπτονται έξυπνες συσκευές τηλεφώνων (Smart Phones), στις οποίες βρίσκονται αποθηκευμένα βίντεο, φωτογραφίες και αριθμοί τηλεφώνων ή και οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα τα οποία αφορούν σε Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, Συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, Απειλή βιαιοπραγίας, Απειλή, Συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, Συμμετοχή και αποδοχή διάπραξης εγκλημάτων.

«Πληροφορία υψηλής αξιοπιστίας» για συνομιλία μέσω βιντεοκλήσης

Σύμφωνα με την απόφαση, το ουσιώδες μέρος από την εν λόγω Ένορκη Δήλωση του Αστυνομικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστή για σκοπούς εξασφάλισης του υπό κρίση Εντάλματος Έρευνας, είχε ως εξής:

«Συγκεκριμένα, στις 31/01/2024 λήφθηκε πληροφορία υψηλής αξιοπιστίας, στην οποία αναφέρεται ότι στις 31/01/2024 και μεταξύ των ωρών 02:00 – 02:30, ο κατάδικος των Κεντρικών Φυλακών» (εφεξής 1ος ύποπτος), «ενώ βρίσκονταν στο κελί του με αριθμό [ ] της πτέρυγας [ ], συνομιλούσε στην ελληνική γλώσσα με βιντεοκλήση από κινητό τηλέφωνο (smart phone) που είχε στη κατοχή του, αγνώστου αριθμού κλήσης με άλλο πρόσωπο».

“Σύμφωνα με την πληροφορία υψηλής αξιοπιστίας, ο 1ος ύποπτος συνομιλούσε με βιντεοκλήση» με τον 2ο ύποπτο «ο οποίος διαμένει στην οδό [ ] στην [ ] Επαρχία Λάρνακας, ζητώντας του να διαπράξει εγκληματική ενέργεια εναντίον αγνώστου προσώπου. Ο 1ος ύποπτος την συγκεκριμένη ημέρα και μεταξύ των ωρών όπως αυτό καταγράφεται πιο πάνω, συνομιλούσε με βιντεοκλήση, μιλώντας μεγαλόφωνα και θυμωμένα, ενώ αυτός βρίσκονταν εντός του κελιού του με αριθμό [ ], αναφέροντας «…. πρέπει να πάτε τζιαί να τον κανονίσετε ρε [ ] ….», συνεχίζοντας την συνομιλία του ο 1ος ύποπτος με βιντεοκλήση του ανέφερε «… ρε [ ] έσιει μέρες που σου το είπα, πιένεται με το φίλο σου, εν ούλα έτοιμα δε τζιαί τις φωτογραφίες τσιαι τα video που σου έστειλα …». Ο 1ος ύποπτος κλείνοντας το τηλέφωνο του ανέφερε, «… τη συμπεθκιά θέλω την, την ώρα που ενανέσσο τούτος …»

Στην απόφαση του Ανωτάτου αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι «Πρέπει να λεχθεί ακόμη πως ανεξαρτήτως αν καλώς χρησιμοποιείται η λέξη «πληροφορία», σημασία έχει ότι ουδέποτε και πουθενά στον όρκο, η πληροφορία δεν συγκεκριμενοποιείται σε κάτι απτό. Ακόμη και αν δεν κατονομάζεται ο πληροφοριοδότης (κάτι τέτοιο δεν απαιτείται) θα πρέπει να υπάρξει κάποιου είδους τεκμηρίωση, από πού και με ποίον τρόπο η πληροφορία οδήγησε στα καταληκτικά συμπεράσματα. Στην πράξη, επί του όρκου, μόνο συμπεράσματα καταγράφονται”.

 

sigmalive.com